Εισαγωγή
Αυτές τις μέρες κλείνουν πέντε χρόνια από τότε που ο ΓΑΠ έβαλε τη χώρα στο μνημόνιο «για να τη σώσει». Οι χειρισμοί του ήταν εγκληματικοί, γιατί με δεδομένη την ένταξή μας στο ευρώ, μπορούσε να κάνει άλλους χειρισμούς τολμηρούς, αλλά και ρεαλιστικούς, που θα προστάτευαν την ελληνική κοινωνία από τις συνέπειες της χρεωκοπίας.
Γράφει ο Γιώργος Μαλιώτης
Αυτό που έπρεπε να γίνει το 2010 είναι το περιβόητο «πιστόλι στο τραπέζι» του κ. Παπακωνσταντίνου να μην διεκδικούσε μόνο τη δημιουργία ενός μηχανισμού στήριξης (που όντως ήταν κάτι εντελώς καινούργιο για την ευρωζώνη και δεν ήταν αυτονόητο ότι θα υπάρξει), αλλά και τη συνδιαμόρφωση του ίδιου του περιεχομένου του μνημονίου. Η διαπραγμάτευση από τη πλευρά μας θα στηριζόταν αναγκαστικά σε μια εκβιαστική απειλή, την οποία όμως η ελληνική κυβέρνηση θα διαχειριζόταν προφανώς με εξαιρετικά διπλωματικό τρόπο. Γιατί τότε τα εκρηκτικά που είχε η χώρα ήταν πολλά, 300 δις (περίπου) χρέους από τα οποία σχεδόν 200 δισ. ελληνικά ομόλογα βρίσκονταν στο αποθεματικό πλήθους δυτικών τραπεζών. Αυτά με μία απόφαση για γενική στάση πληρωμών της ελληνικής κυβέρνηση θα μπορούσαν να γίνουν στάχτη σε μια στιγμή και τότε θα τίναζαν στον αέρα την εντελώς απροετοίμαστη εκείνη την περίοδο ευρωζώνη εν μια νυκτί. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες δεν ήταν εκτεθειμένες μόνο στο δημόσιο χρέος της Ελλάδας, αλλά και στο ιδιωτικό, διότι έχουν αγοράσει πλήθος χρηματοπιστωτικών προϊόντων π.χ στεγαστικά, καταναλωτικά κ.λ.π, από τις ελληνικές τράπεζες.
Για να καταδειχτεί πόσο ισχυρός θα ήταν τότε ο δικός μας εκβιασμός υπενθυμίζω ότι η διαμόρφωση των διαφόρων πακέτων στήριξης Ελλάδας, Πορτογαλίας και Ιρλανδίας που ήταν συνολικά μικρότερα από 200 δις ήταν χρονοβόρα και επίπονη και κυρίως σημειώνω ότι αφορά σε χρήματα που θα εκταμιεύονται σε βάθος ετών. Ο επίπονος αυτός χειρισμός προφανώς μοιάζει πανεύκολος μπροστά στην ανάγκη άμεσηςεκταμίευσης 200 δισ. ευρώ για να στηριχτούν οι ευρωπαϊκές τράπεζες.
Ένας αντίπαλος χειρισμός, που ήταν δυνατός στο πλαίσιο μιας σκληρής κι ανυποχώρητης γραμμής της Γερμανίας, που θα επέλεγε να αναλάβει κόστος αρκεί να συντρίψει τον αντάρτη, θα ήταν η άμεση εκταμίευση 200 δισ. από την ΕΚΤ. Δεν ήταν όμως τόσο απλό. Ας θυμηθούμε ότι το τελευταίο οκτάμηνο του 2010 κι ενώ η βασική μέριμνα του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού μπλοκ ήταν το γρήγορο ξεφόρτωμα των ελληνικών ομολόγων (όπερ και εγένετο) η ΕΚΤ αγόρασε από τη δευτερογενή αγορά 60-70 δις ευρώ ελληνικών ομολόγων. Και εκτός αυτού στο καθαρά οικονομικό επίπεδο η επιβάρυνση της ΕΚΤ με άμεση εκταμίευση 200 δισ. θα ήταν πολύ μεγαλύτερη από το αίτημα που θα υπέβαλε η Ελλάδα στην ΕΚΤ για εγγυήσεις ύψους 50 δισ. για τα επόμενα δύο - τρία χρόνια. Δεν ήταν εύκολη μια απόφαση σκληρής τιμωρίας του αντάρτη για πολιτικό παραδειγματισμό. Και αυτό κυρίως γιατί τα συμφέροντα του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού μπλοκ που διακυβεύονταν ήταν τεράστια και δεν θα τολμούσαν εύκολα να ρισκάρουν αν τους παρουσιάζαμε μια εναλλακτική λύση με πολύ μειωμένες επιπτώσεις οικονομικά αλλά και πολιτικά σαν αυτές που παρουσιάζονται παρακάτω.
Μια ελληνική κυβέρνηση που θα είχε επίγνωση της κατάστασης της ελληνικής οικονομίας (πήλινα πόδια) και θα αγωνιούσε για το ζοφερό μέλλον που επιφυλασσόταν στην ελληνική κοινωνία δεν θα νοιαζόταν για τον κίνδυνο διάσπασης του ευρώ και τις σχετικές γερμανικές απειλές. Άλλωστε και η Γερμανία ήταν παντελώς απροετοίμαστη για την έξοδό της από το ευρώ και τη δημιουργία του «βόρειου ευρώ» (εκτιμώ ότι και σήμερα ίσως δεν είναι ακόμα έτοιμη, μολονότι προφανώς έχει πλέον πάρει τα μέτρα της). Και εν πάση περιπτώσει η σωτηρία του ευρώ ήταν ζήτημα μιας συμφωνίας και όλων των υπολοίπων, η Ελλάδα απλά θα διεκδικούσε ένα μνημόνιο στα μέτρα της.
Θα μπορούσαν να ζητηθούν εναλλακτικές λύσεις , όπως α) να λειτουργήσει η ΕΚΤ σαν δανειστής τελευταίας καταφυγής, [ασυζητητί η βέλτιστη λύση και για την Ελλάδα και για το Νότο αλλά ακόμα και για τη σταθερότητα της ευρωζώνης, έστω κι αν «μαλάκωνε» λίγο (το πιθανότερο) ή αρκετά το πολύ σκληρό ευρώ] ή β) να διαμορφωθεί ένα μνημόνιο που να συνδυάζει μια συνεχή πορεία προς τη δημοσιονομική προσαρμογή με έστω και μικρές μειώσεις του ελλείμματος σε ετήσια βάση για παρά πολλά χρόνια, ταυτόχρονα με πολιτικές ρήτρες δηλαδή με κόκκινες γραμμές κάποια κάτω όρια, αναφορικά με την απόκλιση δεικτών του κοινωνικού κράτους και των δημόσιων δαπανών από το μέσο όρο της ευρωζώνης, (συνεπώς χωρίς απόλυτη δέσμευση για πλήρη δημοσιονομική προσαρμογή ή για το χρόνο που αυτή θα ολοκληρωνόταν). Οι δείκτες αυτοί ως γνωστόν υπολείπονταν ήδη και προφανώς θα δεχόμασταν να κατέβουν κι άλλο, αλλά θα ετίθετο ένα όριο στην απόκλιση με το ισχυρό και λογικότατο πολιτικό επιχείρημα ότι δεν έχει νόημα να παλεύουμε για την παραμονή μας στην ευρωζώνη, αν καταλήξουμε να έχουμε τριτοκοσμικούς κοινωνικούς δείκτες
Πώς θα μπορούσε όμως οτιδήποτε από τα παραπάνω να γίνει αποδεκτό με δεδομένη την αρχιτεκτονική της ευρωζώνης αλλά και τις κυρίαρχες πολιτικές αντιλήψεις καθώς και το κυρίαρχο πολιτικό κλίμα; Τα 300 δισ. ελληνικών ομολόγων την άνοιξη του 2010 με το ευρωσύστημα παντελώς απροετοίμαστο αποτελούσαν τόνους εκρηκτικών, ισοδυναμούσαν με αρκετές LEHMAN BROTHERS μαζί και θα μπορούσαν να τινάξουν στον αέρα όχι μόνο την ευρωζώνη αλλά και την παγκόσμια οικονομία.Άλλωστε η περίφημη έκφραση «έχουμε το πιστόλι πάνω στο τραπέζι» ειπώθηκε αρκετές φορές εκείνη την άνοιξη από τον Παπακωνσταντίνου και όχι από κάποιον ανατρεπτικό ριζοσπάστη αριστερό και νομίζω ότι τη θυμούνται αρκετοί. ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΟΥΣ ΗΤΑΝ ΟΤΙ ΤΟ ΠΙΣΤΟΛΙ ΑΠΟΤΕΛΟΥΣΕ ΑΠΕΙΛΗ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΕΙ Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ. {Άλλωστε διάφοροι λυσσαλέοι «εκσυγχρονιστές» Πάγκαλος, Διαμαντοπούλου και πολλοί άλλοι έλεγαν σταθερά ότι οι «μεταρρυθμίσεις» έπρεπε να γίνουν ούτως ή άλλως, το μνημόνιο τελικά ίσως ήταν απλά το άλλοθι). Για να γίνει αυτό έπρεπε όμως κατά πρώτον στο πλαίσιο μιας συνειδητά σχεδιασμένης στρατηγικής να γινόταν για λόγους ρευστότητας άμεσος δανεισμός ακόμα και με υψηλά επιτόκια (θυμίζω ότι όταν μπαίναμε στο μνημόνιο ως «χρεωκοπημένοι», το επιτόκιο δανεισμού μας ήταν 7% και αμέσως μετά το μνημόνιο και για κάποια χρόνια ήταν διψήφιο) και κατά δεύτερον ο Έλληνας πρωθυπουργός με τα εκρηκτικά στο χέρι να δείχνει απόλυτα αποφασισμένος, να τους «έχει αυτούς στην πρίζα», γιατί το διακύβευμα γι’ αυτούς ήταν τεράστιο συγκρινόμενο με το πρόβλημα που λέγεται Ελλάδα.
Από την άλλη πλευρά επειδή και ο εκβιαζόμενος θα πρέπει να έχει κάποιες διασφαλίσεις απέναντι στον εκβιαστή, γιατί αλλιώς θα βρίσκεται εσαεί στο έλεός του – και το μόνο που θα σκέφτεται είναι πως θα του τη στήσει σε κάποια γωνιά για να τον καθαρίσει- ήταν αυτονόητο ότι έπρεπε να δοθούν πολύ ισχυρές εγγυήσεις (π.χ υποθήκες μεγάλου τμήματος δημόσιας περιουσίας στο αγγλικό δίκαιο)για την τήρηση ενός δεκάχρονου τουλάχιστον προγράμματος προσαρμογής που θα επιβάλαμε εκβιαστικά να είναι φτιαγμένο στα μέτρα μας,ώστε να μπορούμε να το πετύχουμε χωρίς να διαλύσουμε την κοινωνία και τη δημόσια λειτουργία.
Και επειδή δεν θα είχαμε την αφέλεια να πιστεύουμε ότι αν οι εταίροι υπέγραφαν αυτό το μνημόνιο δεν θα έκαναν ούτως ή άλλως έναν αγώνα δρόμου οι τράπεζές τους να ξεφορτωθούν τα ομόλογα μας και μετά να είναι αυτοί που δεν θα θέλουν να τηρήσουν τα συμφωνημένα τότε θα παίρναμε και μεις τα μέτρα μας. Θα μπορούσαμε π.χ να διεκδικήσουμε η δανειακή σύμβαση να είναι εμπροσθοβαρής (μεγάλο ποσοστό των χρημάτων να δινόταν τον πρώτο χρόνο), να μην ισχύουν οι εγγυήσεις που θα δίναμε παρά μόνο μετά από μερικά χρόνια, ή επίσης δεν θα ίσχυαν καθόλου αν δεν υλοποιούνταν οι δικές τους συμφωνημένες υποχρεώσεις, και εν πάση περιπτώσει μια σύμβαση που να μας διασφαλίζει κι εμάς.
Το δυσκολότερο εμπόδιο για την αποδοχή από την άλλη πλευρά του αιτήματός μας είναι το άνοιγμα των ασκών του Αιόλου και η διατύπωση αντίστοιχων αιτημάτων κι από άλλες προβληματικές και υπερχρεωμένες χώρες της ευρωζώνης. Κι εδώ η απάντηση θα ήταν πολιτική. Δύο πειστικά πολιτικά επιχειρήματα που θα διατυμπανίζαμε εμείς και με τα οποία θα συμφωνούσαν δημοσίως για επικοινωνιακούς λόγους οι Γερμανοί (αφού θα τα είχαμε βρει μαζί τους με εργαλείο το δικό μας εκβιασμό) είναι : α) η επιβάρυνση της χώρας μας με δυσανάλογες για το μέγεθος της αμυντικές δαπάνες λόγω Τουρκίας. β) η κοινωνική αλλά και οικονομική επιβάρυνση της χώρας μας από την αθρόα και διαρκή προσέλευση μεταναστών και μάλιστα η ευεργετική για τις άλλες χώρες συγκράτηση πολύ μεγάλου μέρους τους στην Ελλάδα . Παράλληλα η πιθανή επιβάρυνση της χώρας -για πρώτη φορά στην ιστορία της ευρωζώνης- με ένα πακέτο σκληρών μέτρων π.χ μείωση μισθών 10-15% (πλην όμως άπαξ, δηλαδή μια κι έξω και μετά τέλος ) θα συνιστούσε σοβαρό αντικίνητρο για τους επίδοξους μιμητές, ιδιαίτερα αν πλασαριζόταν κατάλληλα από την επικοινωνιακή σκοπιά.
ΥΠΗΡΧΕ ΛΟΙΠΟΝ ΛΥΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΝΤΑΜΕ ΒΑΣΙΚΉ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΝ ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΝΑ ΣΥΝΕΡΓΑΣΤΕΙ ΓΙΑ ΕΝΑ ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΤΕΤΟΙΟΥ ΤΥΠΟΥ, ΔΗΛΑΔΗ ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ (ΣΕ ΒΑΘΟΣ 10 ΧΡΟΝΩΝ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ) ΚΑΙ ΜΕ ΡΗΤΡΕΣ ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΑΠΟΚΛΙΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥΣ ΔΕΙΚΤΕΣ. Η ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΟΠΩΣ ΕΙΠΑΜΕ ΘΑ ΕΚΑΜΠΤΕΤΟ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΘΕΑ ΤΩΝ ΕΚΡΗΚΤΙΚΩΝ ΓΙΑΤΙ ΑΥΤΗ ΘΑ ΕΙΧΕ ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΑ ΝΑ ΧΑΣΕΙ.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το παραπάνω κείμενο μολονότι εκτενές συνιστά μικρό μόνο απόσπασμα μιας πολύ ογκώδους προσωπικής πολιτικής ανάλυσης που είχα αποστείλει στις 4 Μαίου 2012 ως απάντηση σε τότε υποψήφιο βουλευτή της ΔΗΜΑΡ, ο οποίος με βάση κάποια διαδικτυακή πρόσβαση με καλούσε επανειλημένα σε προεκλογικές του εκδηλώσεις, χωρίς όμως να με γνωρίζει. Το σχετικό μήνυμα το είχα τότε κοινοποιήσει και σε ορισμένους φίλους, Χαιδαριώτες και μη, κάποιοι από αυτούς έχουν αρθρογραφήσει επανειλημμένα στο ΧΑΪΔΑΡΙ ΣΗΜΕΡΑ.
by noreply@blogger.com (ΧΑΪΔΑΡΙ ΣΗΜΕΡΑ)
via ΧΑΪΔΑΡΙ ΣΗΜΕΡΑ
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου